Επιστροφή
 
+ + -
Θέσεις του συνδέσμου φροντιστών βορείου Ελλάδος επί του άρθρου 48 για τη διαβούλευση του σχεδίου νόμου του υπουργείου παιδείας.
Παρασκευή 26 Ιουνίου 2015

 

 

Θέσεις του συνδέσμου φροντιστών βορείου Ελλάδος επί του άρθρου 48 για τη διαβούλευση του σχεδίου νόμου του υπουργείου παιδείας.

 

Το διοικητικό συμβούλιο του Συνδέσμου Φροντιστών Βορείου Ελλάδος παρακολουθεί με ιδιαίτερη προσοχή και περίσκεψη τα νομοθετικά

Τεκταινόμενα στην εκπαίδευση, δεδομένου ότι ο κλάδος βρίσκεται σχεδόν προ τετελεσμένων αποφάσεων, χωρίς ουσιαστικό διάλογο της πολιτείας με τους άμεσα ενδιαφερόμενους για κρίσιμα ζητήματα, τα οποία ρυθμίζουν τη διοικητική λειτουργία, την Εκπαιδευτική οργάνωση και τη λειτουργικότητα των Φροντιστηρίων της χώρας αλλά και τις σχέσεις εργασίας σε αυτά. Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις δεν βρίσκονται στην ορθή κατεύθυνση και τυχόν νομοθέτηση τους θα επιτείνει την υφιστάμενη κρίση στον κλάδο, ενώ ταυτόχρονα θα επιφορτιστούν το μέσο ελληνικό φροντιστήριο με αχρείαστη γραφειοκρατία, αντί να το διευκολύνουν και να το εκσυγχρονίζουν .

 

Α. Ειδικές παρατηρήσεις επί του άρθρου 48 του σχεδίου νόμου.

1. Η υπαγωγή των Φροντιστηρίων στο Υπουργείο Παιδείας υφίσταται, εφόσον η δανειοδότηση και η λειτουργία τους ανήκει στις αρμοδιότητες του Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π Η μετάθεση των αρμοδιοτήτων ελέγχου των εβδομαδιαίων  προγραμμάτων, των τμημάτων και των απασχολούμενων στα κατά τόπους γραφεία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευση συνιστά μια άκρως επιβαρυντική διαδικασία γραφειοκρατικού χαρακτήρα. Τα φροντιστήρια οργανώνουν τα τμήματα και τα προγράμματα τους σύμφωνα ,με τις ανάγκες υποστήριξης και φροντίδας τν μαθητών τους και όχι με τη λογική του δημοσίου ή του ιδιωτικού σχολείου. Κάθε προσπάθεια «τυποποίησης» του προγράμματος υπόκειται σε ελαστικότητα – ιδίως κατά την έναρξη και λήξη του έτους η κατά τις περιόδους επαναληπτικών μαθημάτων. Άλλωστε η απασχόληση των εκπαιδευτικών που εργάζονται στα φροντιστήρια, δηλώνεται στο σύστημα Εργάνη, όπου γνωστοποιούνται και σημειώνονται οι τροποποιήσεις προγραμμάτων ή αυξομειώσεις των ωραρίων. Η σκοπιμότητα της διάταξης και η ανελαστικότητα των συγκεκριμένων ρυθμίσεων, είναι ανεξήγητη για όσους γνωρίζουν τις συνθήκες λειτουργίας του μέσου ελληνικού φροντιστηρίου και το ήδη υφιστάμενο κοστοβόρο  γραφειοκρατικό φορτίο του. Τυχόν εμμονή στη διατήρηση της παρούσας ρύθμισης θα προσθέσει έναν μεγάλο όγκο γραφειοκρατικών διαδικασιών στο ήδη χειμαζόμενο λόγω της οικονομικής κρίσης μέσο ελληνικό φροντιστήριο, ενώ ταυτόχρονα θα γεννήσει πολλαπλά ζητήματα ερμηνείας και αναλυτικής ρύθμισης του περιεχομένου της παρούσας με δεδομένο  το ασαφές αυτής (κάθε πότε θα υποβάλλονται οι καταστάσεις, τι γίνεται στην περίπτωση αλλαγών που μπορεί να είναι καθημερινές, τι θα συμβεί στις απρόβλεπτες αλλαγές του αριθμού των μαθητών λόγω αποχωρήσεων ή ασθενειών, της αλλαγής των καθηγητών, της αλλαγή ωραρίων, κλπ) προβλήματα που συμβαίνουν και αναφύονται μέσα στην καθημερινότητα του μέσου ελληνικού φροντιστηρίου και αποτελούν αντικειμενικές και λειτουργικές προσαρμογές της ζώσας πραγματικότητας του. Παραμένει δε απορίας άξιο το γεγονός γιατί απαιτούνται με ακραία λεπτομέρεια όχι μόνο το αναλυτικό εβδομαδιαίο ωρολόγιο πρόγραμμα αλλά και ο αριθμός των τμημάτων, των μαθητών κάθε τμήματος, οι ώρες διδασκαλίας κάθε μαθήματος και ο διδάσκων κάθε διδακτικής ώρας και σε τι χρησιμεύει η υπερσυσσώρευση αριθμών που δεν αφορούν ούτε καν την στατιστική.

 

 

2.Επιπλέον ρυθμίζονται οι διακοπές και οι αργίες των φροντιστηρίων. Το Φροντιστήριο δεν μπορεί και ούτε πρέπει να λειτουργήσει όπως ένα σχολείο. Είναι φορέας μη τυπικής εκπαίδευσης και δομείτε σύμφωνα με τους νόμους της πολιτείας (ως προς την αδειοδότηση του), αλλά με τις απαιτήσεις των μαθητών που φοιτούν σ’ αυτό. Το φροντιστήριο χρειάζεται ευελιξία στις συνθήκες λειτουργίας του. Συνθήκες όπως η εμφάνιση μαθητών στο φροντιστήριο σε οποιαδήποτε χρονική περίοδο ή ανάγκη ενίσχυσης του μαθησιακού επιπέδου τους  για λίγο χρόνο – «εντατικά» κατά την κρίση των γονέων τους ή η αποχώρηση μαθητών οποτεδήποτε ή η ευέλικτη δυνατότητα συγκρότησης τμημάτων για περιορισμένο χρόνο, είναι φαινόμενα κυρίαρχα στη λειτουργία των φροντιστηρίων.

 

Παρόλο που οι ημέρες διακοπών και αργιών που προβλέπονται στο νομοσχέδιο ταυτίζονται σε μεγάλο βαθμό με την ισχύουσα πρακτική που εφαρμόζουν τα φροντιστήρια, θεωρούμε ότι το υπουργείο παιδείας υπερβαίνει τις αρμοδιότητες του.

4. Επίσης, ορίζονται οι 21 ώρες απασχόλησης για την πλήρη ασφάλιση του κάθε εκπαιδευτικού των φροντιστηρίων, χωρίς να ληφθεί υπόψη ότι στα δημόσια και ιδιωτικά σχολειά  ως πλήρες ωράριο ορίζονται οι 23 ώρες, ενώ σε αυτές προστίθενται και πρόσθετα διοικητικά καθήκοντα 7 ωρών (συνολικά 30ώρες). Πρόκειται για καταφανή ανισότητα αδικία σε βάρος των φροντιστηρίων, η οποία μάλιστα συνιστά και αυθαιρεσία, όταν το Υπουργείο παιδείας υπερβαίνει τις αρμοδιότητες του, ορίζοντας και ρυθμίζοντας το ωράριο εργασίας σε ιδιωτικές επιχειρήσεις εκπαίδευσης, σε πλήρη αντίθεση με το ισχύον νομοθετικό καθεστώς του Υπουργείου Εργασίας, που έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα καθορισμού των όρων και των συνθηκών απασχόλησης των εκπαιδευτικών των φροντιστηρίων, δεσμεύει δε και τις όποιες μελλοντικές εξελίξεις των όρων αυτών σε πιθανή επανάκαμψη της διαδικασίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

 

5. Είναι αυτονόητη η αντίθεση του Συνδέσμου στην παραπάνω ρύθμιση και για τους πρόσθετους λόγους:

 

-της πλήρους αντιλειτουργικότητας της διάταξης που καταδεικνύει πλήρη άγνοια για τις συνθήκες λειτουργίας του μέσου ελληνικού φροντιστηρίου, το οποίο λειτουργεί ως μικρομεσαία επιχείρηση, με έντονο το στοιχείο εμπλοκής του ιδιοκτήτη – φροντιστηριουχου στην καθημερινότητα του φροντιστηρίου (διοίκηση επιχείρησης, λογιστική – φορολογική και ασφαλιστική εποπτεία,

Εκπαιδευτικό έργο, ενημέρωση γονέων), με μεγάλο μέγεθος αυτοαπασχόλησης.

 

-της μεγάλης οικονομικής επιβάρυνσης του μέσου ελληνικού φροντιστηρίου που στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, με τον παράνομο «ανταγωνισμό» της εκπαιδευτικής παραοικονομίας, διέρχεται περίοδο οικονομικής καχεξίας και οικονομικής οριακότητας, εξ αιτίας του συνεχώς αυξανόμενου λειτουργικού του κόστους που θα επηρεασθεί σημαντικά από την αύξηση του κόστους αμοιβών του προσωπικού του, και τη συνεχιζόμενη οικονομική κρίση.

Για το λόγο αυτό το Δ.Σ. του Σ.Φ.Β.Ε θεώρει ότι η ρύθμιση αυτή πρέπει να αποσυρθεί.

 

Β. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 

Ως κατακλείδα επισημαίνουμε ότι:

 

-Κάθε στρεβλή αντίληψη για το ρόλο και τη λειτουργία των φροντιστηρίων δεν προέρχεται, δεν εκπροσωπείται ούτε δημιουργείται από τους νόμιμους εκφραστές του, δηλαδή τους Συλλόγους σε κάθε νομό της χώρας και την ομοσπονδία Εκπαιδευτικών Φροντιστών Ελλάδος (Ο.Ε.Φ.Ε). Τα νόμιμα αδειοδοτημένα φροντιστήρια ανά την Ελλάδα δεν είναι επιχειρηματικοί κολοσσοί, αλλά κυρίως μικρές ή μεσαίες μονάδες με «ψυχή» και κινητήρια δύναμη στη μεγάλη πλειοψηφία τους, έναν εκπαιδευτικό-ιδιοκτήτη, οι οποίες όμως απασχολούν χιλιάδες εκπαιδευτικούς, σε μία εποχή τεράστιας ανεργίας στο επιστημονικό δυναμικό της χώρας. Οι ιδιοκτήτες τους δεν είναι θεατές ή απρόσωποι επιχειρηματίες, αλλά μαχόμενοι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι έχουν ανάγκη την προστασία της πολιτείας απέναντι στη λαίλαπα της εκπαιδευτικής παραοικονομίας των επίορκων κρατικών λειτουργών ή των αδήλωτων ιδιωτών και προσβλέπουν σε αυτήν για δημιουργική συνεργασία.

 

-Τα Φροντιστήρια δεν αποτελούν ελληνική ιδιαιτερότητα. Ως έκφραση της μη τυπικής εκπαίδευσης υπάρχουν σε όλον τον πολιτισμένο κόσμο, αλλά πουθενά η καλώς νοούμενη εποπτεία τους δεν χρησιμοποιήθηκε ως αφετηρία για την παρέμβαση στη λειτουργία τους με καθεστώς ασφυκτικών ελέγχων και γραφειοκρατικής αντιμετώπισης τους.

 

-Η «δαιμονοποιηση» των φροντιστηρίων δεν ωφελεί τη συνολική εκπαιδευτική διαδικασία, όσο αυτή παραμένει σε συνθήκες των γνωστών παθογενειών του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος αλλά ως στάση σίγουρα δημιουργείται αντικειμενικά, όταν παραμερίζονται από τον υπεύθυνο και θεσμικό διάλογο οι θεσμικοί εκπρόσωποι τους, που επιθυμούν να συμβάλλουν στο εκσυγχρονισμό της κείμενης νομοθεσίας.

 

-Από τη διατύπωση των επιμέρους διατάξεων του άρθρου 48 γίνεται γίνεται αντιληπτή η μονομέρεια των ρυθμίσεων και η παντελής απουσία διαλόγου με τους νόμιμους εκπροσώπους των ιδιοκτητών φροντιστηρίων. Επιθυμούμε μια ευνομούμενη κοινωνία στην οποία οι σχέσεις των κοινωνικών εταίρων θα ρυθμίζονται μέσα από δημοκρατικό διάλογο. Μόνο τότε θα έχουμε αποφάσεις λειτουργικές που θα οδηγούν σε προσφορά αποτελεσματικών υπηρεσιών προς τους πολίτες σε συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού.

 

-Ο δημοκρατικός διάλογος είναι βασικό χαρακτηριστικό παιδείας και πολιτισμού κάθε κοινωνίας.

-Οι διατάξεις του άρθρου 48 που αφορούν τα φροντιστήρια, δεν έχουν επείγοντα χαρακτήρα, πρέπει άμεσα να αποσυρθούν, και οι όποιες μελλοντικές ρυθμίσεις να είναι αποτέλεσμα διαλόγου με την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή όλων των εμπλεκομένων φορέων

 

 

Για το Διοικητικό Συμβούλιο

 

Πρόεδρος                                                               Τζακόπουλος Απόστολος

 

Α’ Αντιπρόεδρος και υπεύθυνος Επικοινωνίας      Αμπατζίδης Κώστας 6977220155    

 

Γενικός Γραμματέας                                               Τεμεκενίδης Άρη
Επιστροφή